Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων
Hellenic Property Federation
Μετά την καταστροφή, ποιος πληρώνει; Του Νίκου Κεχαγιάογλου*
08/09/2026

* Ο Νίκος Κεχαγιάογλου είναι Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Κ2 Business & Corporate Insurance, Υπεύθυνος Ανάπτυξης του προγράμματος Ασφάλισης Κτιρίων των μελών της ΠΟΜΙΔΑ, καθώς και Πρόεδρος του Συλλόγου Ζημιωθέντων από την ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ - ΠΡΟΝΟΙΑ".

Ο νέος νόμος 5329/2026, η κρατική αρωγή και η νέα πραγματικότητα της ασφάλισης κατοικιών  και επιχειρήσεων

Το νέο  νομοθέτημα- για το οποίο είχα την τιμή να εκπροσωπήσω την ΠΟΜΙΔΑ στη συνεδρίαση ακρόασης φορέων της σχετικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής-  καθιερώνει ένα νέο γενικό πλαίσιο στεγαστικής αρωγής για τα κτήρια που πλήττονται από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, διατηρεί την υποχρεωτική ασφάλιση των επιχειρήσεων με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 500.000 € και αποκλείει από τη στεγαστική αρωγή τόσο τις υπόχρεες επιχειρήσεις, όσο και τις κατοικίες φορολογητέας αξίας άνω των 500.000 €.

Μέχρι σήμερα, μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά, πλημμύρα ή σεισμό, η δημόσια συζήτηση ακολουθούσε σχεδόν πάντοτε την ίδια διαδρομή: πρώτα οι συγκλονιστικές εικόνες της καταστροφής, μετά οι δηλώσεις συμπαράστασης, στη συνέχεια οι εξαγγελίες κρατικής βοήθειας και τέλος, μια μακρά περίοδος αιτήσεων, ελέγχων, δικαιολογητικών και αναμονής. Στο μεταξύ, οι πληγέντες προσπαθούσαν να ξαναστήσουν τη ζωή ή την επιχείρησή τους χωρίς να γνωρίζουν ούτε πόσα χρήματα θα λάβουν ούτε πότε θα τα λάβουν.

Ο νέος νόμος 5329/2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 134/4.9.2026, επιχειρεί να οργανώσει εκ νέου το πλαίσιο στεγαστικής αρωγής και αποκατάστασης μετά από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, όμως, κάνει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό: επανακαθορίζει με σαφέστερο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στην κρατική αρωγή και την ιδιωτική ασφάλιση.

Στην ουσία ο νομοθέτης στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα:  Η κρατική αρωγή δεν αποτελεί ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εγγυημένη και πλήρης αποζημίωση κάθε ιδιωτικής περιουσίας. Για τις επιχειρήσεις, μάλιστα, που έχουν από τον νόμο υποχρέωση να ασφαλιστούν, το κράτος ξεκαθαρίζει ότι δεν θα λειτουργεί πλέον ως εκ των υστέρων ασφαλιστής των υλικών ζημιών τους.

Χωρίς κρατική αρωγή οι κατοικίες με φορολογητέα αξία άνω των 500.000 € είτε είναι ασφαλισμένες είτε όχι!

Οι ιδιοκτήτες κατοικιών φορολογητέας / αντικειμενικής  αξίας άνω των 500.000 € (δεν ισχύει ούτε η εμπορική αξία ούτε η αξία ανακατασκευής) που παραμένουν ανασφάλιστες, αναλαμβάνουν πλέον συνειδητά ολόκληρο τον κίνδυνο μιας φυσικής καταστροφής, καθώς δεν μπορούν να προσδοκούν ούτε συμπληρωματική κρατική στεγαστική αρωγή. (τροποποίηση άρθρου 5Α 4797/2021). Ο αποκλεισμός από την κρατική αρωγή ισχύει ανεξάρτητα από το αν η κατοικία είναι ασφαλισμένη ή όχι. Αν είναι ασφαλισμένη, ο ιδιοκτήτης προσβλέπει στην ασφαλιστική αποζημίωση. Αν είναι ανασφάλιστη, αναλαμβάνει μόνος του ολόκληρη την ζημιά. Η στεγαστική αρωγή επίσης δεν ενεργοποιείται για το τμήμα του κεφαλαίου που δεν καλύπτουν οι ασφαλιστικές εταιρείες (απαλλαγές, υπασφάλιση κλπ)

Τα όρια και το ύψος της στεγαστικής αρωγής

Για όσους εξακολουθούν να δικαιούνται στεγαστική αρωγή:

Το γενικό ανώτατο όριο αντιστοιχεί σε επιφάνεια μέχρι 150 τ.μ., και εφαρμόζεται στις κατοικίες, στα καταστήματα, στα γραφεία και τις συνήθεις επαγγελματικές χρήσεις

Προβλέπεται αυξημένο όριο 500 τ.μ. περιοριστικά και μόνο όταν στο πληγέν κτήριο δραστηριοποιείται νόμιμα: βιομηχανική επιχείρηση, βιοτεχνική επιχείρηση, ξενοδοχειακή επιχείρηση, αποθήκη κάποιας από τις παραπάνω επιχειρήσεις, ή αυτοτελής αποθήκη εφοδιαστικής αλυσίδας — logistics και φυσικά δεν έχει κύκλο εργασιών πάνω από 500.000 €.

Για παράδειγμα ακόμα και μια ξενοδοχειακή επιχείρηση η οποία έχει κύκλο εργασιών κάτω από 500.000 € και δεν υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση, θα έχει χρηματοδότηση για αποκατάσταση επιλέξιμης επιφάνειας μέχρι 500τμ.

Το άρθρο 23 προβλέπει ότι το ακριβές ύψος των αποζημιώσεων  θα καθορίζεται με υπουργικές αποφάσεις. Αυτό όμως που μπορούμε να πούμε είναι ότι η κρατική αρωγή δεν αποτελεί ασφαλιστήριο πλήρους αποζημίωσης, αλλά περιορισμένη οικονομική ενίσχυση, με πλαφόν επιφάνειας και διοικητικά καθοριζόμενες τιμές, οι οποίες δεν είναι βέβαιο ότι θα ακολουθούν το πραγματικό κόστος αποκατάστασης

Ποιες επιχειρήσεις υποχρεούνται να ασφαλιστούν

Το βασικό καθεστώς παραμένει εκείνο του άρθρου 5 του ν. 5116/2024, όπως έχει τροποποιηθεί. Κάθε επιχείρηση με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 500.000 € υποχρεούται να ασφαλίζεται έναντι δασικής πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού.

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 70% της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στη ρύθμιση: τις ιδιόκτητες κτιριακές εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, τα μέσα παραγωγής, τις πρώτες ύλες, τα εμπορεύματα, τα αποθηκευμένα προϊόντα, καθώς και τα φορτηγά και τα αυτοκίνητα επαγγελματικής χρήσης.

Η παράβαση δεν είναι χωρίς συνέπειες, αφού προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο 10.000 € και αν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίησή του, το πρόστιμο διπλασιάζεται. Η σημαντικότερη όμως συνέπεια δεν είναι το πρόστιμο, αλλά το ότι η υπόχρεη επιχείρηση αποκλείεται από κάθε επιχορήγηση κρατικής αρωγής για τις υλικές ζημιές στα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία.

Ποια οικονομική χρήση εξετάζεται

Το άρθρο 35 του νέου νόμου επιλύει ένα πρόβλημα που μπορούσε να δημιουργήσει αμφισβητήσεις. Καθορίζει ποιο φορολογικό έτος λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν, κατά την ημέρα της καταστροφής, μια επιχείρηση ξεπερνούσε το όριο του κύκλου εργασιών των 500.000 €.

Αν μέχρι την ημερομηνία της θεομηνίας έχει λήξει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εξετάζονται τα ακαθάριστα έσοδα του προηγούμενου φορολογικού έτους. Αν όμως η προθεσμία δεν έχει λήξει, εξετάζονται τα έσοδα του αμέσως προηγούμενου διαθέσιμου φορολογικού έτους. Η λεπτομέρεια αυτή έχει μεγάλη πρακτική σημασία, διότι η  ασφαλιστική υποχρέωση δεν κρίνεται αόριστα με βάση το τι θεωρεί η επιχείρηση ότι θα εμφανίσει στο τέλος της χρονιάς, αλλά με συγκεκριμένο φορολογικό δεδομένο. Επομένως, ο έλεγχος δεν πρέπει να γίνεται μόνο όταν εκδίδεται για πρώτη φορά ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, όταν οριστικοποιούνται τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης.

Ποιοι εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση

Με βάση την εφαρμοστική ΚΥΑ 96806 ΕΞ 2025, εξακολουθούν να εξαιρούνται, μεταξύ άλλων:

  • δημόσιοι φορείς και ΕΤΑΔ,
  • αυθαίρετες κατασκευές που εξαιρούνται από κρατική αρωγή,
  • πλοία, τρένα, αεροσκάφη και λοιπά μεταφορικά μέσα,
  • εναέριες, υπόγειες και υποθαλάσσιες υποδομές και ορυχεία,
  • αγροτικές καλλιέργειες, φυτική παραγωγή, ιχθυοκαλλιέργειες και ζωικό κεφάλαιο,
  • νεοσύστατες επιχειρήσεις χωρίς δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις,

Όταν η επιχείρηση δεν μπορεί να ασφαλιστεί

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η ασφαλιστική αγορά αρνείται να αναλάβει έναν κίνδυνο, λόγω θέσης, κατασκευής, ιστορικού ζημιών ή ιδιαίτερα υψηλής επικινδυνότητας. Η εφαρμοστική απόφαση προβλέπει εξαίρεση από την υποχρέωση όταν η επιχείρηση έχει λάβει τουλάχιστον δύο αρνητικές απαντήσεις από διαφορετικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Η εξαίρεση ισχύει αρχικά για δύο χρόνια και μπορεί να περιορίζεται μόνο στον συγκεκριμένο κίνδυνο ή στα συγκεκριμένα στοιχεία που κρίθηκαν μη ασφαλίσιμα. Γι’ αυτό οι αιτήσεις προς τις ασφαλιστικές εταιρείες και οι αρνητικές απαντήσεις πρέπει να είναι γραπτές, σαφείς και να διατηρούνται στον φάκελο της επιχείρησης. Η προφορική φράση «δεν το ασφαλίζει η αγορά» δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο και πιθανότατα δεν θα συγκινήσει κανέναν ελεγκτικό μηχανισμό.

Η παγίδα του 70%

Όπως προαναφέρθηκε, οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες βάσει νόμου να ασφαλίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε ποσοστό τουλάχιστον 70%. Αυτό όμως δεν αποτελεί επαρκές όριο ασφαλιστικής προστασίας κι εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους της νέας πραγματικότητας.

Μια επιχείρηση μπορεί τυπικά να είναι σύννομη, αλλά ουσιαστικά να παραμένει υπασφαλισμένη. Αν, για παράδειγμα, το σύνολο των ασφαλιστέων περιουσιακών στοιχείων έχει πραγματική αξία αποκατάστασης 2.000.000 € και ασφαλιστεί μόνο για 1.400.000 €, μια ολική καταστροφή αφήνει εκ προοιμίου ένα κενό 600.000 €. Αν επιπλέον οι αξίες έχουν υπολογιστεί με παλαιά στοιχεία, χωρίς αναπροσαρμογή για το κόστος κατασκευής, τα μηχανήματα ή τα αποθέματα, το πραγματικό κενό μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Παράλληλα υπάρχει ένας δεύτερος κίνδυνος: ο αναλογικός κανόνας της υπασφάλισης. Αν το ασφαλισμένο κεφάλαιο υπολείπεται της πραγματικής αξίας, η αποζημίωση μπορεί, ανάλογα με τους όρους του συμβολαίου, να μειωθεί αναλογικά ακόμη και σε μερική ζημιά. Έτσι, ένα ασφαλιστήριο που αγοράστηκε μόνο για να «περάσει» το όριο του νόμου ενδέχεται, την κρίσιμη στιγμή, να μην καλύψει ούτε τη ζημιά που ο ασφαλισμένος θεωρούσε δεδομένη.

Ο νόμος επομένως θέτει ένα κατώφλι, όμως η σωστή ασφαλιστική μελέτη πρέπει να προστατεύει το σύνολο της πραγματικής αξίας αποκατάστασης, διότι  η τυπική συμμόρφωση δεν ταυτίζεται με την ασφαλιστική επάρκεια.

Σημειώνεται ότι η κρατική αρωγή δεν ενεργοποιείται για το τμήμα της αποζημίωσης το οποίο δεν καλύπτεται από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια -λόγω απαλλαγής, υπασφάλισης, αναλογικού κανόνα, ασφαλιστικών ορίων ή εξαιρέσεων του συμβολαίου- οπότε η ασφαλιστική απαλλαγή αποτελεί οριστική ίδια συμμετοχή (Άρθρο 5 ν.5116/2024)

Τι προβλέπεται για τις ασφαλισμένες επιχειρήσεις με τζίρο κάτω από 500.000 €

Το άρθρο 9 του ν. 5329/2026 ρυθμίζει τη στεγαστική αρωγή για ιδιόκτητες κτιριακές εγκαταστάσεις επιχειρήσεων που καλύπτονταν από ενεργή ασφαλιστική σύμβαση κατά την ημερομηνία της φυσικής καταστροφής. Η διαδικασία ακολουθεί τα πιο κάτω βήματα:

Πρώτα πρέπει να ολοκληρωθεί ο προσδιορισμός της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια, η ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να εκδώσει βεβαίωση για το ποσό που θα καταβάλει, διότι μόνο τότε μπορεί να εξεταστεί η εφαρμογή της στεγαστικής αρωγής για το τμήμα της ζημιάς που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, πάντοτε με τις προϋποθέσεις, τους περιορισμούς και τα ανώτατα όρια του κρατικού πλαισίου. Η δυνατότητα αυτή αφορά κυρίως επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ή έχουν νομίμως εξαιρεθεί, αφού ο ίδιος ο νόμος διατηρεί ρητά την επιφύλαξη του άρθρου 5 του ν. 5116/2024.

Η διάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι το κράτος θα καλύπτει αυτομάτως κάθε απαλλαγή, εξαίρεση ή έλλειμμα που αφήνει ένα συμβόλαιο. Η κρατική αρωγή εξακολουθεί να είναι επικουρικός μηχανισμός κοινωνικής και οικονομικής αποκατάστασης και όχι εγγύηση πλήρους αποζημίωσης. Η ενίσχυση εξακολουθεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις, στους ελέγχους και στα ανώτατα όρια του νόμου ( άρθρο 9 ν. 5329/2026)

Η ασφαλιστική αποζημίωση είναι αφορολόγητη, ακατάσχετη και ανεκχώρητη

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η πρόβλεψη ότι η ασφαλιστική αποζημίωση είναι αφορολόγητη, ακατάσχετη και ανεκχώρητη, δεν συμψηφίζεται με οφειλές προς το Δημόσιο και δεν δεσμεύεται από ασφαλιστικά ταμεία ή πιστωτικά ιδρύματα. Με τον τρόπο αυτό, ο νομοθέτης επιδιώκει τα χρήματα της αποζημίωσης να κατευθύνονται στην πραγματική αποκατάσταση του πληγέντος περιουσιακού στοιχείου.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη διαχείριση μεγάλων ζημιών: το ποσό προορίζεται ουσιαστικά για την αποκατάσταση της ζημιάς και προστατεύεται ακόμη και από πιστωτικά ιδρύματα.

Θα χρειαστεί, πάντως, πρακτική ή νομική αποσαφήνιση για το πώς συνδυάζεται η διάταξη με: εκχωρήσεις ασφαλιστικής αποζημίωσης προς τράπεζες, ενυπόθηκους δανειστές, συμβατικές υποχρεώσεις αποκατάστασης χρηματοδοτούμενων ακινήτων κλπ.

Χρειάζεται επίσης μία σημαντική χρονική διευκρίνιση: τα άρθρα 6 έως 14, στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 9, θα τεθούν σε εφαρμογή μετά τη δημοσίευση της προβλεπόμενης κοινής υπουργικής απόφασης για τη λειτουργία της διαδικασίας μέσω του συστήματος «e-Άδειες» και θα αφορούν φυσικές καταστροφές που θα εκδηλωθούν μετά από αυτήν. Συνεπώς, η νέα διαδικασία δεν πρέπει να θεωρηθεί ήδη ενεργή μόνο και μόνο επειδή δημοσιεύθηκε ο νόμος.

Τι πρέπει να προσέξουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων

Για τον ιδιοκτήτη ενός επαγγελματικού ακινήτου δεν αρκεί να υπάρχει «κάποιο ασφαλιστήριο». Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιος ασφαλίζει τι. Διότι άλλος μπορεί να είναι ο κύριος του κτηρίου και άλλος ο επιχειρηματίας που το χρησιμοποιεί. Ο ιδιοκτήτης έχει συμφέρον να ασφαλίσει την οικοδομή με βάση την αξία ανακατασκευής της, ενώ ο μισθωτής πρέπει να προστατεύσει τον εξοπλισμό, τα εμπορεύματα, τις βελτιώσεις που πραγματοποίησε και την οικονομική του δραστηριότητα. Η ύπαρξη μιας γενικής πρόβλεψης στο μισθωτήριο δεν υποκαθιστά ούτε τον σωστό προσδιορισμό των ασφαλισμένων συμφερόντων και κεφαλαίων  ούτε την έκδοση κατάλληλων ασφαλιστηρίων.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται επίσης οι πολυκατοικίες και τα κτίρια μικτής χρήσης. Η ασφάλιση ενός μεμονωμένου διαμερίσματος ή επαγγελματικού χώρου δεν σημαίνει πάντοτε ότι είναι επαρκώς ασφαλισμένα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη. Σε περίπτωση σοβαρού σεισμού ή πυρκαγιάς, η αποκατάσταση δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά: το κτίριο αποτελεί ενιαίο τεχνικό σύνολο, ακόμη κι αν νομικά διαιρείται σε πολλές οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Ένας νόμος σημαντικός αλλά όχι αρκετός

Ο ν. 5329/2026 αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, επειδή ξεκαθαρίζει τους ρόλους, δηλαδή  η ασφάλιση προηγείται και η κρατική αρωγή λειτουργεί επικουρικά. Δεν λύνει, όμως, το συνολικό πρόβλημα της προστασίας της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα.

Η μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών παραμένει ανασφάλιστη. Τα φορολογικά κίνητρα μέσω της έκπτωσης του ΕΝΦΙΑ είναι θετικά, αλλά δεν έχουν μέχρι σήμερα δημιουργήσει ασφαλιστική κάλυψη ευρείας βάσης. Το αίτημα της ΠΟΜΙΔΑ για αύξηση της έκπτωσης στον ΕΝΦΙΑ για τις ασφαλισμένες κατοικίες από 20% σε 50% προς το παρόν δεν έχει εισακουστεί. Παράλληλα, οι φυσικές καταστροφές γίνονται συχνότερες και εντονότερες, ενώ η συγκέντρωση πληθυσμού και αξιών σε ευάλωτες περιοχές μεγαλώνει συνεχώς το πιθανό οικονομικό κόστος.

Η χώρα χρειάζεται ένα ευρύτερο και κοινωνικά δίκαιο σύστημα ασφάλισης κτιρίων, με τριμερή συμμετοχή του κράτους, της ασφαλιστικής αγοράς και των ιδιοκτητών, το οποίο να προτείνει ένα προσιτό βασικό πρόγραμμα για όλους, ουσιαστικά κίνητρα και επιδότηση για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, σαφείς καλύψεις, επικαιροποιημένες αξίες ανακατασκευής και μηχανισμό αντιμετώπισης των κινδύνων που η αγορά αδυνατεί μόνη της να αναλάβει.

Η υποχρεωτικότητα χωρίς συνολικό σχεδιασμό  μπορεί να δημιουργήσει κάπως περισσότερα συμβόλαια, όμως η σωστά σχεδιασμένη καθολική ασφάλιση μπορεί να δημιουργήσει πραγματική ανθεκτικότητα. Το θεσμοθετημένο Παρατηρητήριο Ιδιωτικής Ασφάλισης το οποίο ο νέος νόμος υπόσχεται να επανενεργοποιήσει και στο οποίο ο γράφων συμμετέχει ως εκπρόσωπος της ΠΟΜΙΔΑ, μπορεί να συμβάλλει στην κατεύθυνση υλοποίησης αυτής της προοπτικής αρκεί να λειτουργήσει με τον τρόπο που υπόσχεται..

Ασφάλιση: Το μόνο προϊόν που δεν μπορούμε να αγοράσουμε όταν το έχουμε ανάγκη!

Ο νέος νόμος δείχνει ότι η εποχή του «θα πληρώσει το κράτος» πλησιάζει στο τέλος της, τουλάχιστον για τις επιχειρήσεις που έχουν ρητή υποχρέωση ασφάλισης. Αυτή η αλλαγή μπορεί να είναι θετική, μόνο όμως αν συνοδευτεί από σωστή ενημέρωση και πραγματικά επαρκή ασφαλιστική προστασία.

Κάθε ιδιοκτήτης και κάθε επιχείρηση πρέπει πλέον να γνωρίζει όχι μόνο αν διαθέτει ασφαλιστήριο, αλλά αν το ασφαλιστήριο καλύπτει τις κατάλληλες αξίες, τους σωστούς κινδύνους, όλες τις εγκαταστάσεις και τις πραγματικές οικονομικές συνέπειες μιας καταστροφής. Διότι η ζημιά δεν τελειώνει όταν σβήσει η φωτιά ή υποχωρήσουν τα νερά, αλλά συνεχίζεται με τα έξοδα αποκατάστασης, την απώλεια ενοικίων, τη διακοπή λειτουργίας, τα πάγια έξοδα και τον χρόνο που απαιτείται για την επιστροφή στην κανονικότητα.

Το κράτος ορθώς δεν μπορεί να είναι ο ασφαλιστής κάθε ιδιωτικής περιουσίας. Οφείλει όμως να δημιουργήσει τους όρους ώστε κάθε πολίτης να μπορεί να ασφαλιστεί σωστά και οικονομικά. Η ασφαλιστική αγορά οφείλει να προσφέρει διαφανή, κατανοητά και ουσιαστικά προϊόντα, ενώ εμείς, ως ιδιοκτήτες και επιχειρηματίες, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση ότι η καταστροφή αφορά πάντοτε κάποιον άλλον.

Οι φυσικές -και όχι μόνο- καταστροφές δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πότε και αν  θα συμβούν. Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε από πριν ποιος θα πληρώσει όταν συμβούν, κάτι που είναι ίσως η σημαντικότερη επιλογή που καλούμαστε πλέον να κάνουμε. Η ασφάλιση άλλωστε είναι το μόνο προϊόν στον κόσμο που δεν μπορούμε να το αγοράσουμε όταν το έχουμε ανάγκη- δηλαδή όταν ο κίνδυνος έχει ήδη συμβεί ή βρίσκεται προ των πυλών…

Ο 

πίσω στο αρχείο